- ἐκμάθησις
- ἐκμάθησιςthorough knowledgefem nom sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
ἐκμαθήσεις — ἐκμάθησις thorough knowledge fem nom/voc pl (attic epic) ἐκμάθησις thorough knowledge fem nom/acc pl (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκμάθησιν — ἐκμάθησις thorough knowledge fem acc sg ἐκμανθάνω learn thoroughly aor subj mp 2nd sg (epic) ἐκμανθάνω learn thoroughly aor subj act 3rd sg (epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εκμάθηση — η (AM ἐκμάθησις) πλήρης μάθηση, το να μαθαίνει κάποιος πολύ καλά κάτι αρχ. 1. αποστήθιση 2. διδασκαλία … Dictionary of Greek
ἐκμαθήσεως — ἐκμαθήσεω̆ς , ἐκμάθησις thorough knowledge fem gen sg (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐκμαθήσῃ — ἐκμαθήσηι , ἐκμάθησις thorough knowledge fem dat sg (epic) ἐκμανθάνω learn thoroughly fut ind mid 2nd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)